Ορολογία μαγειρικής που χρησιμοποιείται σε αυτήν την ιστοσελίδα.
Υπάρχουν 216 καταχωρίσεις στο γλωσσάριο.
Όλα |
A
|
B
|
C
|
F
|
H
|
I
|
P
|
Q
|
R
|
Α
|
Β
|
Γ
|
Δ
|
Ε
|
Ζ
|
Κ
|
Λ
|
Μ
|
Ν
|
Ξ
|
Ο
|
Π
|
Ρ
|
Σ
|
Τ
|
Φ
|
Χ
|
Ω
All
| Όρος | Ορισμός |
|---|---|
| Α λα γκρεκ |
(a la grecque) Λαχανικά, ιδίως μανιτάρια και αγκινάρες, μαγειρεμένα με ελαιόλαδο, κόλιανδρο και άλλα καρυκεύματα. Σερβίρονται κρύα. Πηγή: wikipedia.org
|
| Α λα λυοναίζ |
(a la lyonnais) Γαλλικός όρος μαγειρικής που σημαίνει την προσθήκη τηγανιτών κρεμμυδιών σε ένα πιάτο ή σε μια γαρνιτούρα.
|
| Α λα μενιέρ |
(a la meniere)
Σάλτσα βουτύρου που γίνεται με διαυγές βούτυρο, το οποίο καίγεται και στη συνέχεια αρωματίζεται με μαϊντανό και χυμό λεμονιού. Περιχύνεται πάνω από ψητά ψάρια ή ποσέ ή ατμού (κυρίως γλώσσες). Γαλλικός όρος.
|
| Α λα πρινσές |
(a la princesse)
Γαλλικός όρος που αναφέρεται σε γαρνιτούρα από σπαράγγια, πατάτες και αγγινάρες που συνοδεύει ψητά κρέατα.
|
| Α λα προβενσάλ |
(a la provençale) Γαλλικός όρος μαγειρικής για φαγητά μαγειρεμένα με τομάτες, σκόρδο, ελαιόλαδο, κρεμμύδια, ελιές και καμιά φορά μανιτάρια και ατζούγιες.
|
| Α λα φορεστιέρ |
(à la Forestière) Φαγητό με διάφορα είδη μανιταριών, σωταρισμένων με βούτυρο αλλά και πατάτες κομμένες σε κύβους και τηγανισμένες σε βούτυρο.
|
| Αγιολι |
Η μαγιονέζα αυτή λέγεται αγιολί,
από τη γαλλική λέξη ail (αιγ), που σημαίνει σκόρδο. Χωρίς το σκόρδο,
δηλαδή, είναι η απλή, κλασική μαγιονέζα, την οποία μπορείτε να
αρωματίσετε με ό,τι σας αρέσει, φτιάχνοντας μιαν αφάνταστη ποικιλία
σαλτσών.
|
| Άγρια μανιτάρια |
Τα μανιτάρια του δάσους που δεν είναι καλλιεργημένα. Τα πιο γνωστά
είναι τα σεπ, τα μορέλ, τα σαντερέλ, τα πορτσίνι, τα μπλεβίτ και οι
τρομπέτες.
|
| Αλ ντέντε |
(Al dente) Όρος που περιγράφει πώς οι Ιταλοί τρώνε τα ζυμαρικά τους, δηλαδή
μαγειρεμένα τόσο ώστε όταν τα δαγκώνεις "να κρατάνε" και να μην είναι
παραβρασμένα. Πηγή: wikipedia.org
|
| Αλ' αματριτσιάνα |
(all' amatriciana) Ιταλικός όρος μαγειρικής για πιάτα με σάλτσα τομάτα που περιέχει κομμένα κρεμμύδια και μπέικον. Η σάλτσα αυτή συνοδεύει πιάτα με ζυμαρικά (σπαγγέτι αλ’αματριτσιάνα) κρέατα και κοτόπουλο.
|
| Άλμη |
Διάλυμα αλατιού που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση κρεάτων, ψαριών και λαχανικών.
|
| Αμαρέτι |
(amoretti ή amaretti) Μικρά, ιταλικά γλυκά μπισκοτάκια με άρωμα πικραμύγδαλου που συνοδεύουν τον καφέ στο τέλος του γεύματος.
|
| Αμύγδαλα ασπρισμένα |
Αμύγδαλα από τα οποία έχει αφαιρεθεί η φλούδα. Για να γίνει αυτό
ζεματάμε για λίγα δευτερόλεπτα τα αμύγδαλα και πιέζουμε τη φλούδα η
οποία φεύγει εύκολα.
|
| Αμύγδαλα εφιλέ |
Αμύγδαλα ασπρισμένα κομμένα σε πολύ λεπτά φετάκια. Υπάρχουν και έτοιμα κομμένα στο εμπόριο.
|
| Αν κρούτ |
(en croute) Τρόπος μαγειρέματος σύμφωνα με τον οποίο το φαγητό (κρέατα και πατέ) ψήνεται τυλιγμένο μέσα σε ζύμη.
|
Ορολογια