Ορολογία μαγειρικής που χρησιμοποιείται σε αυτήν την ιστοσελίδα.
Υπάρχουν 216 καταχωρίσεις στο γλωσσάριο.
Όλα |
A
|
B
|
C
|
F
|
H
|
I
|
P
|
Q
|
R
|
Α
|
Β
|
Γ
|
Δ
|
Ε
|
Ζ
|
Κ
|
Λ
|
Μ
|
Ν
|
Ξ
|
Ο
|
Π
|
Ρ
|
Σ
|
Τ
|
Φ
|
Χ
|
Ω
All
| Όρος | Ορισμός |
|---|---|
| Γκρατέν |
Το φαγητό που ψήνεται ή ολοκληρώνει το ψήσιμο του στο φούρνο ώστε να
έχει στην επιφάνεια του μία χρυσορόδινη κρούστα που γίνεται από τυρί
τριμμένο και φρυγανιά.
|
| Γκρατινάρω |
Γαλλικός όρος μαγειρικής για φαγητά τα οποία πασπαλίζονται είτε με γαλέτα, είτε με τριμμένο τυρί, κομματάκια μπέικον και βουτύρου, και μπαίνουν για λίγα λεπτά κάτω από ζεστό φούρνο ή γκριλ, ώστε να κάνουν κρούστα στην επιφάνεια.
|
| Γλασάρω |
Δίνω στο φαγητό γυαλιστερή όψη, αλείφοντάς το με κρόκο αυγού πριν το
ψήσιμο ή αλείφοντάς το μετά το ψήσιμο με ασπίκ, σιρόπι, μαρμελάδα ή
άλλο γλάσο.
|
| Γλάσο |
Λεπτή στρώση επικάλυψης των γλυκισμάτων φτιαγμένη από άχνη ή ψιλή
ζάχαρη ενίοτε αρωματισμένη με καφέ ή βανίλια. Το γλάσο φτιάχνεται
επίσης από σοκολάτα λιωμένη.
|
| Γλιστρίδα |
Δροσιστικό λαχανικό που είναι υπέροχο ωμό στις καλοκαιρινές σαλάτες με
σκόρδο και γιαούρτι. Συντηρείται στο ξίδι ή στο λευκό κρασί και στο
αλάτι. Στη Σμύρνη και στα παράλια της Τουρκίας προστίθεται στο
κοτόπουλο της κατσαρόλας.
|
| Γρανίτα |
Είδος παγωτού, με θρυμματισμένο πάγο σε κρυστάλλους, αρωματισμένο με χυμό φρούτων ή καφέ.
|
| Δέσιμο |
Το πήξιμο ενός υγρού είτε με την προσθήκη αλευριού είτε με κορν φλάουρ αναμεμειγμένου με νερό είτε με αυγά, κρέμα ή βούτυρο.
|
| Διαυγάζω |
(κλαριφιέ, clarifié) Αφαιρώ τα κατάλοιπα από λίπη, ζωμούς και ζελέ, σουρώνοντας το υλικό είτε λιωμένο είτε σε υγρή μορφή με τουλπάνι, έτσι ώστε να γίνει διαυγές και λαμπερό.
|
| Εμουλσιόν |
(Emulsion) Μείγματα στα οποία μικρά κομματάκια λίπους (ή λιπίδια) αιωρούνται μέσα σε υγρό. Όπως η μαγιονέζα (λάδι και αυγά), σάλτσα Ολλανταιζ (λιωμένο βούτυρο και αυγά) και το μείγμα ενός κέικ στην αρχική του μορφή (λίπος, βούτυρο και αυγά)
|
| Ζεμάτισμα |
Σύντομο βούτηγμα τροφίμου μέσα σε βραστό νερό για να μαλακώσει, να ξεφλουδίσει (τομάτα, αμύγδαλα) ή να φύγει το πολύ αλάτι.
|
| Ζυλιέν |
Γαλλικός όρος για τροφές, ιδίως λαχανικά, που έχουν κοπεί σε μακρόστενα σαν σπίρτα κομματάκια.
|
| Ζωμός |
Νόστιμο υγρό μέσα στο οποίο έχουμε βράσει κρέας, πουλερικά ή λαχανικά ή
συνδυασμό αυτών. Χρησιμοποιείται αντί για νερό στο μαγείρεμα άλλων
φαγητών, ιδιαίτερα σε σούπες και σάλτσες για να τονώσει τη γεύση τους.
|
| Κακαβιά |
Πηχτή ψαρόσουπα από διάφορα μικρά ψάρια, πολύ αγαπητή στους ψαράδες.
|
| Καλβαντός |
(Calvados) Γαλλικό μπράντυ μήλου, που παράγεται στη Νορμανδία και παίρνει το όνομά του από την πόλη που είναι το κέντρο παραγωγής μήλου, το Calvados. Είναι χαρακτηριστικό προϊόν της Νορμανδικής κουζίνας και πολλές φορές χρησιμοποιείται μαζί με τον μηλίτη, σε πιάτα αλμυρά (κοτόπουλο ή μοσχαράκι με μήλα) ή και γλυκά.
|
| Καναπεδάκια |
Μικρά τρίγωνα ή τετράγωνα από ψωμί, φρεσκοτηγανισμένα ή φρυγανισμένα,
αλειμμένα με διάφορα νόστιμα μείγματα, που σερβίρονται ως ορεκτικά.
|
Ορολογια