Ορολογία μαγειρικής που χρησιμοποιείται σε αυτήν την ιστοσελίδα.
Υπάρχουν 216 καταχωρίσεις στο γλωσσάριο.
Όλα |
A
|
B
|
C
|
F
|
H
|
I
|
P
|
Q
|
R
|
Α
|
Β
|
Γ
|
Δ
|
Ε
|
Ζ
|
Κ
|
Λ
|
Μ
|
Ν
|
Ξ
|
Ο
|
Π
|
Ρ
|
Σ
|
Τ
|
Φ
|
Χ
|
Ω
All
| Όρος | Ορισμός |
|---|---|
| Κάππαρη |
Ακανθώδες φυτό που φυτρώνει κυρίως σε βραχώδη και ακαλλιέργητα εδάφη,
δίνει γεύση στις σαλάτες και τις σάλτσες και διατηρείται στο ξίδι
τουρσί. Στην καλύτερη της στιγμή φρέσκια, συλλέγεται το Μάιο, Ιούνιο,
Ιούλιο.
|
| Κάρδαμο |
Μπαχαρικό με προέλευση από την Ασία και την νότιο Αμερική. Το κάρδαμο
είναι αποξηραμένος καρπός ενός φυτού που ανήκει στην οικογένεια της
πιπερόριζας. Έχει γεύση πικρή και γλυκιά, ελαφρά λεμονίζουσα και είναι
πολύ αρωματικό. Είναι ένα από τα συστατικά της σκόνης κάρυ. Οι σπόροι
του χρησιμοποιούνται και ολόκληροι σε πίκλες και μαρινάδες.
|
| Καρέμ |
(Caréme Antonin) Ένας από τους μεγαλύτερους σεφ όλων των εποχών, δημιουργός του γαλλικού, κλασικού ρεπερτορίου συνταγών γνωστών ως «η Μεγάλη, Μεγαλοπρεπής Κουζίνα» (La grande cuisine).
|
| Καρυδόψιχα |
Η ψίχα του καρυδιού αφού αφαιρεθεί το σκληρό εξωτερικό τσόφλι.
|
| Καρύκευμα |
Η προσθήκη μπαχαρικών και αρωματικών σε φαγητά ή σαλάτες για να πάρουν πικάντικη γεύση.
|
| Κασάτα |
Ιταλική σπεσιαλιτέ παγωτού που αποτελείται από τρεις τουλάχιστον
διαφορετικές (σε γεύση και χρώμα) στρώσεις. Τα τρία παγωτά
τοποθετούνται σε οβάλ φόρμα και παγώνουν μαζί. Τουλάχιστον σε μια από
τις στρώσεις περιέχονται ψιλοκομμένοι ξηροί καρποί και φρουί γλασέ.
Σερβίρεται αναποδογυρισμένο και κομμένο σε φέτες.
|
| Κασουλέ |
(cassoulet) Φαγητό με έντονη γεύση από την περιοχή Λαγκεντόκ της Γαλλίας.
Αποτελείται από στρώσεις ξηρών φασολιών, χοιρινού καπνιστού κρέατος,
λουκάνικου, διατηρημένου κρέατος χήνας (confit), κρεμμυδιών και
καρότου. Όλα αυτά σιγοβράζουν σε πήλινο σκεύος απ' όπου το φαγητό
παίρνει και το όνομά του.
|
| Κάστερ πάουντερ |
Η πολύ λεπτή ζάχαρη με τους μικρότερους κρυστάλλους. Διαλύεται εύκολα και χρησιμοποιείται σε κρέμες, μους και στη μαρέγκα.
|
| Καυκαλήθρες |
Μικρά φυτά με οδοντωτά φυλλαράκια και έντονη μυρωδιά (σε κάποιες
περιοχές λέγονται και μυρώνια). Απαραίτητο χόρτο για τις ελληνικές
πίτες ιδιαίτερα αγαπητό στην Πελοπόννησο, την Κρήτη, τα Ιόνια νησιά και
τη Σαντορίνη.
|
| Κέτσαπ |
(ketchup) Είναι πυκνή σάλτσα με βάση τη ντομάτα, με γλυκιά και πικάντικη γεύση. Περιέχει συνήθως πληθώρα συντηρητικών, ωστόσο τα τελευταία 20 χρόνια έχει γίνει ιδιαιτέρως δημοφιλής, αφού αποτελεί υποκατάστατο της τομάτας στο γρήγορο φαγητό (fast-food) δηλ. στα χάμπουργκερ, στα σάντουιτς, στα σουβλάκια κλπ.
|
| Κις |
(Quiche) Μια γαλλική ανοιχτή τάρτα (πίτα) αλμυρή ή γλυκιά, με ποικιλία από γεμίσεις. Η
διασημότερη κις είναι η κις λοραίν με γέμιση από αυγά, κρέμα γάλακτος
και μπέικον.
|
| Κοκ ω βεν |
(Coq au vin) Μία κλασσική γαλλική συνταγή για μαγειρευτό κοτόπουλο, με κόκκινο
κρασί, κρεμμύδια, σκόρδο, μπέικον, μανιτάρια, αρωματικά και καρυκεύματα.
|
| Κοκότ |
(Cocotte) Γαλλικός όρος για βαριά πυράντοχα σκεύη με σκέπασμα ειδικά για το
ψήσιμο στο φούρνο μαγειρευτών κρεάτων. Ο όρος έχει δοθεί σαν όνομα και
σε μία γνωστή συνταγή με αυγά (αυγά au cocotte).
|
| Κόμπλερ |
(Cobbler) Αμερικανική σπεσιαλιτέ που αποτελείται από διάφορα φρέσκα φρούτα
κομπόστα σκεπασμένα με μία ζύμη σαν μπισκότο που ψήνεται στο φούρνο
ώσπου να γίνει τραγανή. Σερβίρεται ζεστό με κρέμα γάλακτος ή παγωτό.
|
| Κον κασέ |
Το αποφλοιωμένο ψιλοκομμένο ντοματάκι που το βρίσκετε σε κονσέρβες
έτοιμο σε όλες τις γνωστές φίρμες της αγοράς με προϊόντα ντομάτας.
|
Ορολογια