Ορολογία μαγειρικής που χρησιμοποιείται σε αυτήν την ιστοσελίδα.
Υπάρχουν 216 καταχωρίσεις στο γλωσσάριο.
Όλα |
A
|
B
|
C
|
F
|
H
|
I
|
P
|
Q
|
R
|
Α
|
Β
|
Γ
|
Δ
|
Ε
|
Ζ
|
Κ
|
Λ
| Μ |
Ν
|
Ξ
|
Ο
|
Π
|
Ρ
|
Σ
|
Τ
|
Φ
|
Χ
|
Ω
Μ
| Όρος | Ορισμός |
|---|---|
| Μπαρκέτ |
(barquette) Μικρή θήκη από ζύμη, με σχήμα σαν καραβάκι που γεμίζεται με ποικιλία από γλυκές και αλμυρές γεμίσεις.
|
| Μπασμάτι |
(ρύζι) Πολύ καλής ποιότητας Ινδικό μακρύκοκκο ρύζι, από την περιοχή των
Ιμαλαϊων. Συνοδεύει παραδοσιακά διάφορα μαγειρευτά πιάτα με κάρυ.
|
| Μπεαρναίζ |
(σάλτσα Bearnaise) Σάλτσα της γαλλικής κουζίνας με προέλευση είτε από την περιοχή της
Γαλλίας Μπεαρναίζ ή δημιουργία ενός σεφ από την περιοχή του Παρισιού
στα μέσα του τελευταίου αιώνα. Είναι σάλτσα ολλανταίζ, αρωματισμένη με
ξηρό κρεμμύδι, ξύδι, γλυκό, ξηρό κρασί, εστραγκόν και μαϊντανό.
Σερβίρεται παραδοσιακά με κρέατα σχάρας, ψάρια και αυγά ποσέ.
|
| Μπέικιν πάουντερ |
Διογκωτικό υλικό (σκόνη που περιέχει διττανθρακικό νάτριο) που
χρησιμοποιείται στα κέικ, στα μάφινς και στα αφράτα γλυκίσματα του
τηγανιού (τηγανίτες, βάφλες).
|
| Μπεν μαρί |
Τεχνική μαγειρέματος που χρησιμοποιείται για το λιώσιμο της σοκολάτας
και το δέσιμο «ευαίσθητων» σαλτσών. Περιλαμβάνει δύο σκεύη, ένα
μεγαλύτερο ταψί ή κατσαρόλα μέσα στο οποίο βράζει νερό και ένα
μικρότερο (μπολ ή κατσαρόλα) όπου τοποθετείται το προϊόν που θέλουμε να
ζεστάνουμε (σοκολάτα ή σάλτσα).
|
| Μπερ μανιέ |
(Beurre manié) Γαλλικός όρος για ένα μείγμα από αλεύρι και βούτυρο, δουλεμένα μαζί,
που μπαίνουν προς το τέλος του μαγειρέματος σε σούπες, μαγειρευτά και
σάλτσες και βοηθάει να πήξουν.
|
| Μπεσαμέλ |
(σάλτσα) Κλασική, γαλλική, άσπρη σάλτσα που πήρε το όνομά της από τον δημιουργό
της Λουϊ ντε Μπεσαμέλ, μαιτρ ντ’ οτέλ στην αυλή του Λουδοβίκου 14ου.
|
| Μπίσκ |
(Bisque) Παραδοσιακή γαλλική σπεσιαλιτέ. Πηχτή σαν κρέμα με βάση θαλασσινά και
κρέμα γάλακτος ή κρόκους. Τα θαλασσινά δίνουν στη σούπα ένα ανοιχτό ροζ
χρώμα.
|
| Μπολονέζ |
Ιταλική σάλτσα από κιμά μοσχαρίσιο, αρωματισμένο με κρεμμύδι, ντομάτες,
καμιά φορά σκόρδο και μπέικον, αρωματικά χόρτα, μπαχαρικά και λίγη
ζάχαρη. Συνοδεύει ζυμαρικά.
|
| Μπορς |
(Borch) Ρώσικη σούπα από παντζάρια, κρέας μοσχαρίσιο και διάφορα άλλα λαχανικά. Συνοδεύεται συνήθως από ξινή κρέμα.
|
| Μπραιζέ |
Το σιγανό μαγείρεμα κρέατος ή πουλερικού, σε κατσαρόλα, σε ελάχιστο
υγρό. Το κρέας ακουμπά συνήθως πάνω σε ένα στρώμα από λαχανικά που το
προφυλάσσουν και το διατηρούν ζουμερό. Μεταφέρεται κατόπιν στο φούρνο
καλά σκεπασμένο για να αποτελειώσει το ψήσιμό του.
|
| Μπραντάντ μπακαλιάρου |
(Brandade de morue) Ένα φαγητό από την Προβηγκία από πουρέ βρασμένου και ξαρμυρισμένου
παστού μπακαλιάρου, αναμεμειγμένου με ελαιόλαδο, γάλα, συνήθως σκόρδο,
χυμό λεμονιού και αρωματικών. Τρώγεται χλιαρό με τηγανισμένο ψωμί.
|
| Μπράντυ μπάτερ |
(Brandy butter) Μια πηχτή σάλτσα από βούτυρο, ζάχαρη, μπράντυ και μπαχαρικά, που
παραδοσιακά σερβίρεται στην Αγγλία με την χριστουγεννιάτικη πουτίγκα.
|
| Μπρεζάολα |
Είδος ιταλικού αλλαντικού από αποξηραμένο βοδινό κρέας με σκούρο κόκκινο χρώμα και εκλεκτή γεύση.
|