Ορολογία μαγειρικής που χρησιμοποιείται σε αυτήν την ιστοσελίδα.
Υπάρχουν 216 καταχωρίσεις στο γλωσσάριο.
Όλα |
A
|
B
|
C
|
F
|
H
|
I
|
P
|
Q
|
R
|
Α
|
Β
|
Γ
|
Δ
|
Ε
|
Ζ
|
Κ
|
Λ
|
Μ
|
Ν
|
Ξ
|
Ο
|
Π
| Ρ |
Σ
|
Τ
|
Φ
|
Χ
|
Ω
Ρ
| Όρος | Ορισμός |
|---|---|
| Ραγού |
(Ragout)
Γαλλικός όρος για ένα φαγητό κατσαρόλας με κρέας ή κοτόπουλο, λαχανικά και πηχτή σάλτσα.
|
| Ραμεκέν |
(Ramekin)
Μικρό πυρίμαχο σκεύος - μερίδα, με ή χωρίς χερούλια, για ψήσιμο στον φούρνο γλυκών και αλμυρών παρασκευασμάτων.
|
| Ροκφόρ |
(Roquefort)
Το διάσημο μπλε γαλλικό τυρί από κατσικίσιο γάλα. Είναι αδύνατο να αναπαραχθεί αλλού παρά μόνο στην περιοχή του, στις ειδικές σπηλιές με το ειδικό κλίμα και τα ρεύματα αέρος. Είναι ένα πλούσιο τυρί με κρεμώδη, απαλή υφή.
|
| Ρόστ μπήφ |
(Roast beaf)
Κλασσικό Βρετανικό πιάτο. Νουά ψημένο στο φούρνο και σερβιρισμένο παραδοσιακά μαζί με πουτίγκα γιορκσαϊρ και μουστάρδα ή σάλτσα χορσράντις.
|
| Ροστί |
(Rösti)
Ένα διάσημο ελβετικό πιάτο από βρασμένες και τριμμένες πατάτες, κομμένο κρεμμύδι και μυρωδικά. Τηγανίζεται στο λάδι ή στο βούτυρο και μοιάζει με χοντρή κρέπα ή τηγανίτα.
|
| Ρού |
(Roux)
Γαλλικός μαγειρικός όρος για ένα μείγμα από λιωμένο λίπος και αλεύρι, που χρησιμεύει για να πήζει τα υγρά και είναι η βάση για πολλές σάλτσες, όπως η μπεσαμέλ. Οι αναλογίες του λίπους με το αλεύρι ποικίλουν ανάλογα με την επιθυμητή πυκνότητα της σάλτσας.
|